Αρείου Πάγου Α.Π. 1101/2013

Περιληπτικά

....με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση του μισθωτού δεν επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως εργασίας    .....δεν δημιουργεί υποχρέωση του εργοδότη να απομακρύνει (απολύσει) το μισθωτό από την υπηρεσία του, ούτε υποχρέωση του μισθωτού να αποχωρήσει οικειοθελώς από αυτή   ......με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 δεν προβλέπεται λόγος καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας αλλά λόγος καταβολής μειωμένης αποζημίωσης

 

Απόφαση 1101 / 2013    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1101/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ IRIS ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Αρμάο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2910/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6207/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/2/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198 /1955, "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη υπό την έννοιαν της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ή το υπό οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65° έτος της ηλικίας των αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435 /1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' του εν λόγω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι, "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τα προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσιν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι, το 40%, οι δε μη επικουρικώς ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τα' ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντος ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6 ,7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955 ως και των διατάξεων του Ν. 2112 /1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως και του Β.Δ/τος της 16/18/Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του Ν. 2112 "περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων " και επί εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Σκοπός της παραπάνω διατάξεως είναι να διευκολυνθεί η ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την παροχή κινήτρου προς λύση της συμβάσεως εργασίας υπερηλίκων υπαλλήλων ,ώστε να παρασχεθεί στους νέους η ευχέρεια για εξεύρεση εργασίας, εφαρμόζεται αναμφισβήτητα στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες προς διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την καινοτομία ότι μειώνει την οφειλόμενη αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψεως της ίδιας αποζημιώσεως από το μισθωτό, όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του λόγω συμπληρώσεως των νομίμων προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος. Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει περαιτέρω ότι με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση του μισθωτού δεν επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως εργασίας. Αυτή μπορεί να λυθεί είτε εκ μέρους του εργοδότη με την απομάκρυνση (απόλυση) του μισθωτού από την υπηρεσία του, είτε εκ μέρους του τελευταίου με οικειοθελή αποχώρηση του από την υπηρεσία του. Προκύπτει ακόμη ότι η ανωτέρω διάταξη δεν δημιουργεί υποχρέωση του εργοδότη να απομακρύνει (απολύσει) το μισθωτό από την υπηρεσία του, ούτε υποχρέωση του μισθωτού να αποχωρήσει οικειοθελώς από αυτή. Απλώς παρέχει τη δυνατότητα στον εργοδότη να απομακρύνει το μισθωτό και χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου, εφόσον στο πρόσωπο του συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις και στο μισθωτό να αποχωρεί από την εργασία του λαμβάνοντας μειωμένη αποζημίωση. Δηλαδή με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 δεν προβλέπεται λόγος καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας αλλά λόγος καταβολής μειωμένης αποζημίωσης, για την απομάκρυνση του μισθωτού από την εργασία του, εφόσον ο τελευταίος έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος . Λαμβανομένου δε υπόψη των αμέσως παραπάνω και του ότι η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία (άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920, 1 και 5 Ν. 3198/-1955), για το έγκυρο της καταγγελίας για τον προεκτεθέντα λόγο, δεν απαιτείται η με πανηγυρικό τρόπο διατύπωση στο έγγραφο της καταγγελίας της συνδρομής των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, αλλ' αρκεί ως λόγος της μειωμένης αποζημίωσης να είναι η από το μισθωτό συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.ΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα είναι ανεπαρκή ή αντιφατικά. Ειδικότερα αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή ή την άρνηση εφαρμογής διατάξεως ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη βιομηχανική εταιρεία, δραστηριοποιείται στο χώρο των γραφικών τεχνών, διαθέτοντας προς τούτο εργοστασιακές μονάδες με εγκαταστάσεις εκτυπωτικών μηχανημάτων. Την 1/8/1980 προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λιθογράφος - τεχνίτης εκτυπωτή όφφσετ. Πράγματι αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με την άνω ειδικότητα, από της προσλήψεως του, στις εγκαταστάσεις της εκτυπωτικής της μονάδας στα ... μέχρι το έτος 1988, οπότε και τοποθετήθηκε στη θέση του προϊσταμένου παραγωγής στις άνω εγκαταστάσεις της, από 20/3/1992 τοποθετήθηκε ως διευθυντής παραγωγής της ίδιας ως άνω μονάδας και έκτοτε μέχρι και την 15/5/2008 παρείχε με την άνω ιδιότητα του τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, οπότε και απολύθηκε λόγω μετεγκατάστασης της εκτυπωτικής μονάδας στο ..., αντί μηνιαίων αποδοχών 8.164,16 ευρώ. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι το έτος 2008 η εναγομένη αποφάσισε να μεταφέρει το τμήμα παραγωγής των εγκαταστάσεων της στα ... στο ... . Για το λόγο αυτό κάλεσε τους εργαζομένους της που απασχολούνταν στη μονάδα της στα ... να δηλώσουν αν επιθυμούσαν να εξακολουθούσαν να παρέχουν την εργασία τους στη νέα μονάδα στο ... ή επιθυμούν να λυθούν οι συμβάσεις εργασίας τους με καταγγελία εκ μέρους της και ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης τους. Ενόψει αυτών, 60 εργαζόμενοι στην εν λόγω μονάδα της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, έκαναν χρήση της ευχέρειας της λύσης των εργασιακών τους σχέσεων με καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης τους, που τους προσέφερε η εναγομένη. Συγκεκριμένα ο ενάγων δήλωσε εγγράφως στην εναγομένη με την από 7/2/2008 δήλωση του, ότι δεν δύναται να ακολουθήσει στην μετεγκατάσταση του εργοστασίου της εναγομένης στο ... και παρακαλούσε να λυθεί η σχέση εργασίας του και να του καταβληθεί κάθε νόμιμη αμοιβή του. Ακολούθως, ο ίδιος απέστειλε στην εναγομένη την από 14/3/2008 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση και διαμαρτυρία που επιδόθηκε στην τελευταία στις 24 /3/ 2008 με την οποία επαναλάμβανε την επιθυμία του να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του και να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του και όχι τμήμα αυτής, γεγονός που θα αποτελούσε άνιση σε βάρος του διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζομένους, οι οποίοι απολυόμενοι θα ελάμβαναν ολόκληρα τα ποσά που δικαιούνταν για αποζημίωση λόγω της απόλυσης τους. Σε απάντηση της προαναφερόμενης εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας του ενάγοντος, η εναγομένη του απέστειλε την από 1/4/2008 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση - δήλωση που του επιδόθηκε στις 3 ΙΑ 12008, με την οποία του επεσήμανε ότι ο ίδιος είναι διευθυντικό στέλεχος και όχι απλός εργαζόμενος, χωρίς διευθυντική σχέση και ότι η ανακοίνωση της εναγομένης προς τους υπαλλήλους της σχετικά με το αν επιθυμούσαν να καταγγελθούν οι συμβάσεις εργασίας τους ή να εξακολουθήσουν να εργάζονται στις νέες εγκαταστάσεις στο ..., αφορούσε μόνο τους απλούς υπαλλήλους και ότι κατόπιν της εκδήλωσης εκ μέρους του της επιθυμίας να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του εκ μέρους της, εκείνη έπρεπε να εξετάσει αν αυτός θεμελιώνει δικαίωμα λήψης πλήρους σύνταξης. Στη συνέχεια με το από 15/5/-2008 έγγραφο της η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και την ίδια ημέρα του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης μετά τις νόμιμες κρατήσεις το καθαρό ποσό των 57.698,56 ευρώ, ποσό το οποίο ο ενάγων εισέπραξε, υπογράφοντας εξοφλητική απόδειξη, επί της οποίας διατύπωσε εγγράφως την επιφύλαξη του για διεκδίκηση κάθε νόμιμου δικαιώματος, σχετικά με τη συμπλήρωση του ποσού της αποζημίωσης, καθόσον του είχε καταβληθεί μόνο το 40 % ολόκληρης της αποζημίωσης που δικαιούνταν βάσει των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η ίδια η εναγομένη κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 εδ . β' του ν. 3198/1955 περιόρισε την οφειλόμενη στον ενάγοντα αποζημίωση στο 40% του συνόλου της ολόκληρης αποζημίωσης που αυτός εδικαιούτο, ανερχόμενη ως εκ του χρόνου υπηρεσίας του (27 έτη) σε 23 μηνιαίους μισθούς, "... με την αιτιολογία ότι αυτός κατά το χρόνο της απόλυσης του είχε θεμελιώσει κατ' άρθρο 10 του ν. 825/1978 δικαίωμα λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, έχοντας συνολικά πραγματοποιήσει 14.500 ημέρες εργασίας στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών, είχε συμπληρώσει το 57° έτος της ηλικίας του και ήταν ασφαλισμένος επικουρικά." Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του συγκέντρωνε στο πρόσωπο του τις προϋποθέσεις πλήρους σύνταξης γήρατος, καθόσον είχε συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας του και είχε πραγματοποιήσει 9.044 ημέρες ασφάλισης σε εργασίες που καλύπτει ο Κανονισμός περί βαρέων και ανθυγιεινών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 825/1978 και άρθρο μόνο της Υ.Α.Β1 /21 /21 /3357, ο ενάγων απολύθηκε από την εναγομένη όχι επειδή συγκέντρωνε κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στο πρόσωπο του τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και προκειμένου η τελευταία να ανανεώσει το προσωπικό της, αλλά επειδή δεν αποδέχθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του στο ..., όπου μεταφέρθηκε η εκτυπωτική της μονάδα από τα .... Η έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ουδόλως αναφέρει ως λόγο καταγγελίας τη συγκέντρωση στο πρόσωπο του των άνω προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος και σε καμιά περίπτωση δεν έγινε για το λόγο αυτό. Αντίθετα η εν λόγω καταγγελία έγινε για τους ίδιους λόγους που έγιναν και εκείνες των λοιπών εργαζομένων στην εκτυπωτική μονάδα των ... που επέλεξαν την ευχέρεια που τους παρείχε η εναγομένη για τη λύση των εργασιακών τους σχέσεων με καταγγελία και ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αντί να εξακολουθήσουν να παρέχουν την εργασία τους στην εναγομένη σε διαφορετικό τόπο στο ..., " ...ενώ η σύμβαση εργασίας του δεν θα είχε καταγγελθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο (15/5/2008) αν ο ενάγων αποδεχόταν τη μεταβολή των όρων εργασίας του ως προς τον τόπο παροχής της, παρόλο που μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί". Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, ο ενάγων δικαιούται ολόκληρη την αποζημίωση απόλυσης του και όχι μειωμένη στο 40 % κατά την διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, όπως την υπολόγισε και του κατέβαλε η εναγομένη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί τα ίδια Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' ν. 3198/1955, με τη μη εφαρμογή της, αν και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ήταν εφαρμοστέα και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, με τις παραδοχές, ότι μετά τη δήλωση του αναιρεσείοντος της 7/2/2008 ότι δεν επιθυμεί να ακολουθήσει την αναιρεσείουσα στο ..., όπου θα γινόταν η μετεγκατάσταση της νέας μονάδας της και παρακαλεί να του καταβληθεί κάθε νόμιμη αμοιβή, ο αναιρεσίβλητος επανήλθε με νέα δήλωση, στις 14/3/2008, η οποία έλαβε τη μορφή "πρόσκλησης - διαμαρτυρίας", με την οποία επαναλάμβανε την επιθυμία του να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του "... και να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του και όχι τμήμα αυτής ...", ότι στην από 1/4/2008 απάντηση της η αναιρεσείουσα, του ανέφερε ότι η πρόκληση της για μετεγκατάσταση ή απόλυση αφορούσε τους απλούς υπαλλήλους και όχι τον αναιρεσίβλητο που ήταν διευθυντικό στέλεχος "... ότι κατόπιν της εκδήλωσης εκ μέρους του της επιθυμίας να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του εκ μέρους της, εκείνη έπρεπε να εξετάσει αν αυτός θεμελιώνει δικαίωμα λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος ..." και ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση απόλυσης το 40% αυτής, "... με την αιτιολογία ότι αυτός κατά το χρόνο της απόλυσης του είχε θεμελιώσει κατ' άρθρο 10 του ν. 825/1978 δικαίωμα λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, έχοντας συνολικά πραγματοποιήσει 14.500 ημέρες εργασίας στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών, είχε συμπληρώσει το 57° έτος της ηλικίας του και ήταν ασφαλισμένος επικουρικά ..." ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 για καταβολή μειωμένης αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο (40%) λόγω της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα για το ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι η καταγγελία έγινε για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επιθυμούσε να συνεχίσει την εργασία του στο ..., όπου θα γινόταν η μετεγκατάσταση της νέας μονάδας της αναιρεσείουσας, δεν γίνεται καμία μνεία, αν στην από 15/5/2008 έγγραφη καταγγελία, αναφερόταν κάποιος λόγος καταγγελίας, β) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 7/12 /2008 δήλωση του εκδήλωσε την επιθυμία του να απολυθεί και όχι να συνεχίσει την εργασία του στο ... δεν αιτιολογεί γιατί επανήλθε, με νέα δήλωση του, πριν από την καταγγελία, στις 14/3/2008, την οποία τη χαρακτηρίζει "πρόκληση - διαμαρτυρία", με την οποία επαναλάμβανε την αρχικώς εκφρασθείσα επιθυμία και γιατί ζητούσε να του καταβληθεί " η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του και όχι τμήμα αυτής ...", γ) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα του απάντησε ότι δεν ισχύει γι' αυτόν, που είναι διευθυντικό στέλεχος η πρόσκληση για συνέχιση της εργασίας του στο ... ή για απόλυση, παρά μόνο για τους απλούς υπαλλήλους, και ότι θα πρέπει "... να εξετάσει αν αυτός θεμελιώνει δικαίωμα λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος ...", εξ αυτού συνάγει ότι η καταγγελία έγινε γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν αποδέχθηκε να συνεχίσει την εργασία του στο ..., και δ) ενώ δέχεται ότι ως αιτιολογία της καταβολής μειωμένης αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο αναφέρθηκε από την αναιρεσείουσα, ότι κατά το χρόνο της απόλυσης του είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος στη συνέχεια δέχεται ότι η καταγγελία δεν έγινε για το λόγο αυτό αλλά γιατί έγινε η μετεγκατάσταση της νέας μονάδας της αναιρεσείουσας στο ... και ο αναιρεσίβλητος δεν δέχθηκε να συνεχίσει σ' αυτή την εργασία του. Επομένως, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6207/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα μας,προσφορές και τα προγραμματισμένα σεμινάριά μας.
Μερική συννεφιά

12°C

ΑΘΗΝΑ

Μερική συννεφιά

Υγρασία: 53%

Αέρας: 6.44 km/h

  • 22 ΝΟΕ 2017

    Κυρίως ηλιοφάνεια 16°C 6°C

  • 23 ΝΟΕ 2017

    Ηλιοφάνεια 17°C 9°C

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Κύλιση στην Αρχή